«Μπαινόβγαιναν ανήλικα στο σπίτι του Λιγνάδη». «Ήξερα πάνω από είκοσι χρόνια για τις πράξεις του Δημήτρη Λιγνάδη, δεν μπορούσα να μιλήσω γιατί δεν είχε συμβεί σε μένα, ο φόβος ήταν τεράστιος» είπε η Πηνελόπη Αναστασοπούλου σήμερα. «Αιχμαλώτιζε και βασάνιζε σκυλιά και γατιά. Παρότι άκουγαν για 10 χρόνια ουρλιαχτά από τα ζώα οι γείτονες κώφευαν και κοιτούσαν αλλού» στην περίπτωση σεσημασμένου κακοποιητή αδέσποτων ζώων. Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που άκουγαν κραυγές και ουρλιαχτά, αλλά κανείς δεν το κατήγγειλε. Πιθανότατα λόγω φόβου προς τον δράστη. Όλοι ήταν παρόντες και απόντες ταυτόχρονα.

https://www.youtube.com/watch?v=tKv7x2ZRZFU

Γιατί είμαστε απαθείς όταν κάτι κακό συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας; Σε πυκνοκατοικημένη, αστική περιοχή και με κραυγές που καλούσαν σε βοήθεια. Αυτόπτες μάρτυρες πάντα υπάρχουν. 

Μιλώντας στο MEGA, ο κ. Παρτσαλάκης δήλωσε ότι ο ίδιος ήξερε τι γινόταν στην υπόθεση του Δημήτρη Λιγνάδη, αλλά δεν είχε τα απαραίτητα στοιχεία για να βγει και να μιλήσει. «Επειδή δεν είχα στοιχεία, θα μπορούσα να κατηγορηθώ αυτομάτως και να βρεθώ για ένα κτήνος μπερδεμένος σε μια ιστορία». 

 

Είναι το μούδιασμα ένα προϊόν συναισθηματικής άρνησης, ένα σοκ εξαιτίας του ειδεχθούς εγκλήματος που τελέστηκε ουσιαστικά δίπλα τους; Ζούμε σε μια κοινωνία της απάθειας, αδιάφορη για τις αξίες και τους θεσμούς; Ζούμε στην εποχή της αποϊδεολογικοποίησης; Θλιβερό; Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων έρχονται όμως με θόρυβο να το πιστοποιήσουν. Ποιος είναι υπεύθυνος για την απονομή δικαιοσύνης; Πάντα ο άλλος; Όχι εμείς; Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα γιατί η αλήθεια είναι επώδυνη. Οπότε στρουθοκαμηλίζουμε. Εμείς είμαστε οι καλοί νοικοκυραίοι.

Αγωνιζόμαστε για τα ατομικά μας δικαιώματα. Τι μας νοιάζει το ασυνόδευτο προσφυγόπουλο; Δικό μας παιδί είναι; Στην κοινωνία που μεγαλώνουμε δυο πράγματα παίζουν κυρίαρχο ρόλο στις συμπεριφορές μας. Η κοινωνική αποδοχή και το συμφέρον. Και ποιο είναι το επιχείρημα που θα υιοθετήσουμε για να δικαιολογήσει αυτή τη στάση ζωής μας; «Όλοι είναι διεφθαρμένοι, άρα δεν μπορεί να γίνει κάτι ώστε να αλλάξει το σύστημα». Απάθεια, η πραγματική πανδημία. Θα επιλέξουμε τη σιωπή γιατί μας κρατά σε απόσταση και ασφάλεια. Δεν θα διακινδυνεύσουμε την εμπλοκή μας. Σαν να μην υπάρχουν νόμοι, των οποίων πρέπει να διασφαλισθεί η εφαρμογή.

Το ένστικτο επιβίωσης που μεταφράζεται εδώ σε θέληση του ατόμου να μη διακινδυνεύσει ο εαυτός του για χάρη του Άλλου που κινδυνεύει

Τώρα πάλι θα ικανοποιήσουμε το αίσθημα ανωτερότητάς μας λέγοντας από την ασφάλεια του καναπές μας, παρακολουθώντας δελτία ειδήσεων ότι κάποιοι γείτονες, φίλοι, συνεργάτες, ηθοποιοί, γονείς όφειλαν να διερωτηθούν τι συμβαίνει. Εμείς; Πέσαμε από τα σύννεφα άλλη μια φορά; Ζούμε σε μία κοινωνία, που αντί να πασχίζει, να μας ευαισθητοποιήσει, μας σκληραγωγεί καθημερινά, καθιστώντας μας απαθείς σε εικόνες και καταστάσεις. Σε καταστάσεις που θα έπρεπε αν ακούγαμε παιδικό ουρλιαχτό να χτυπήσουμε την πόρτα και να απαιτήσουμε εξηγήσεις. Γιατί αυτή είναι η ηθικής μας υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία ως πολίτες.

Οι «Θα βρούμε τον μπελά μας»

Αλλά όπως περνάμε βιαστικά δίπλα από τους άστεγους που κοιμούνται σε κούτες έτσι αποκτούμε και επιλεκτική ακοή και μνήμη. Λειτουργεί όποτε βολεύει. Πόσες φορές δεν έτυχε να βγούμε στο μπαλκόνι και να παρακολουθούμε ως θεατές έναν τσακωμό στο δρόμο και κανείς δεν θέλει να επέμβει ή να καλέσει την αστυνομία. Τι ακούγεται; «Θα βρούμε τον μπελά μας».

Πώς θα αναγνωρίσουμε αν εμείς είμαστε παθητικοί θεατές εγκλημάτων; Αν έχουμε πει: Δεν είναι η δουλειά μου. Θέλω να παραμείνω ουδέτερος. Απλά ακολουθώ εντολές. Φταίνε τα θύματα που βιάζονται. Η βοήθειά μου δεν θα αλλάξει τίποτα.

Βασικά, σας έχω νέα, αν είστε γνώστες, θεατές και ξέρατε είστε ήδη αναμεμειγμένοι στην υπόθεση. Συνένοχοι.

Υπάρχουν επιστημονικές εξηγήσεις για το φαινόμενο του κυνισμού της κοινωνίας. Οι άνθρωποι  που εκτίθενται υπερβολικά σε υλικό που προκαλεί φόβο και ανησυχία, έχουν την τάση να απευαισθητοποιούνται, να ξεχνούν και έτσι να γίνονταιεχθρικοί και μη-δεκτικοί απέναντι σε ολόκληρο το μήνυμα.

Η βοήθεια που πρέπει να προσφέρεται στον συνάνθρωπο που έχει ανάγκη. Ωστόσο, το άτομο τείνει να μετακυλυεί την υποχρέωση παρέμβασης στους άλλους και όχι στον ίδιο του τον εαυτό, με αποτέλεσμα να μένουν όλοι αδρανείς. Η κοινωνική απάθεια συνιστά σύμπτωμα κοινωνικής παθογένειας. Οι άνθρωποι πολλές φορές αισθάνονται πως αν καλέσουν την αστυνομία θα μπλέξουν σε ένα γραφειοκρατικό κυκεώνα (κατάθεση στοιχείων κτλ.) που θα τους βγάλει από την καθημερινή ρουτίνα τους ή ότι ο δράστης μπορεί να στραφεί μελλοντικά εναντίον τους. Το ένστικτο επιβίωσης που μεταφράζεται εδώ σε θέληση του ατόμου να μη διακινδυνεύσει ο εαυτός του για χάρη του Άλλου που κινδυνεύει, τον αποτρέπει να επεμβαίνει σε επείγουσες περιστάσεις. Και μια πικρή διαπίστωση, αλλά στατιστικά αποδεδειγμένη. Οι πιθανότητες παρέμβασης είναι ελάχιστες, αν το άτομο που κινδυνεύει είναι ομοφυλόφιλο. Και έτσι καταλήγουμε στην συλλογική αποτυχία της ατομικής βούλησης.